η σημερινή κατάσταση οπως διαμορφώνεται απο ένα ακαθόριστο πλήθος απο διαπροσωπικές οριζόντιες εκφράσεις στο δίκτυο, μπορούν πράγματι να αναπαρασταθούν ως συλλογικότητες?

Πράγματι? οι ανοιχτές και οριζόντιες σχέσεις, αυτό που αναζητούν στα δίκτυα, είναι να τους δοθούν “αφ’ υψηλού” νέες αναπαραστατικές δομές, με τις οποίες να εκτελούν τις επικονωνίες τους?
Τις οριζόντιες και μάλιστα ανώνυμες σχέσεις στα δίκτυα, δεν νομίζω να μπορούμε να τις αναπαραστήσουμε με ακόμη μία μορφή χριστιανικού τύπου: “κεντρική κυβέρνηση των ψυχών”. Στις οριζόντιες σχέσεις μας αντιπαθούμε να εξαρτιόμαστε από καπελώματα “καθοδηγητών” και επιτρόπων.
Δηλαδή, οι ανθρώπινες σχέσεις όπως εκφράζονται στα δίκτυα, δεν νομίζω οτι αναφέρονται στη σχέση “εγώ και η γλώσσα μας” ή αν προτιμά κανείς το παλαιώτερο “εγώ και οι ιδέες”, ή έστω και το “εγώ και η μπλογκόσφαιρα”.

Αυτό που εκφράζεται σήμερα στις διαπροσωπικές διαδράσεις, ναι σαφώς και χρησιμοποιεί τις αναπαραστατικές τεχνολογίες (εγώ κι η γλώσσα) αλλά δεν αναφέρεται σε αυτές. Μου φαίνεται οτι αυτό που εκφράζουμε στις διαδράσεις στοχεύει στο άνοιγμα διόδων επικοινωνίας για ανώνυμες ανεξέλεγκτες διαπροσωπικές σχέσεις.
Οι οριζόντιες σχέσεις καταστρέφουν το σχήμα “εγώ και η γλώσσα”. Ανάποδα: το “εγώ και η γλώσσα” το “εγώ και οι ιδέες”, το “εγώ και οι κατασκευές μου” καταστρέφεται μόνον όταν δώσει προτεραιότητα στις σχέσεις. Οταν λέω γλώσσα εννοώ το απλούστερο: εκείνες τίς φράσεις που με χαρακτηρίζουν, αυτούς τούς τρόπους σκέψης που είναι αναπόσπαστα μέσα μου. Τις φράσεις με τις οποίες “είμαι” κάποιο νόημα ζωής. Η γλώσσα με την οποία ανήκω κάπου. Η γλώσσα χωρίς την οποία δεν είμαι. Το “εγώ” λοιπόν καταστρέφεται μόνον όταν αρχίσει να αποδέχεται ότι δεν υπάρχει “ζωή αγκαλιά με τη γλώσσα του”, αλλά ζεί ολοκληρωμένα μόνον ως αλληλεξαρτημένο με απροσδόκητες σχέσεις.

αλλαγές της 0.5 επεξεργασίας, στις επόμενες 5 παραγράφους
Που σημαίνει οτι σχεδόν σε κάθε οριζόντια διαπροσωπική μας πράξη, πρίν απ’ όλα, ανασυστήνουμε τη γλώσσα, με στόχο να διατηρούμε ανοιχτές τις διόδους της διανθρώπινης σχέσης: από και πρός όποιον. Όπως φάνηκε σε πολλές διαδικτυακές “συμφωνίες” το κρίσιμο θέμα είναι ποιά γλώσσα θα μιλάνε οι σχέσεις για να υλοποιήται η σχέση, και πάντα ζητήθηκε να απομακρύνεται η γλώσσα του “εγώ”. Στις εκφράσεις που παράγουμε για να διατηρούμε ζωντανές τις διαδραστικές σχέσεις, πριν απ όλα, κάνουμε διαρκώς κριτική στο παρελθον της γλώσσας. Αναζητούμε μιά νέα μορφή, έτσι ώστε η γλώσσα να λειτουργεί επιτυχώς για όλες τις ροές των σχέσεών μας. flux.
Στις ζωντανές σχέσεις αλλάζουμε τις δομές της γλώσσας, αναπλάθουμε διαρκώς τις γλωσσικές μορφές. Η γλώσσα του παρελθόντος (μου), οι αναπαραστάσεις που ενσαρκώνουμε, κρίνονται ζωντανά από τις επιτυχίες και τις αποτυχίες της επόμενης απροσδόκητης στιγμής. Και αυτό είναι κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία.
Κάποτε θεωρούσαμε τις πράξεις σαν επιτυχημένες ή αποτυχημένες αν και κατό πόσο υπάκουαν στους “κανονισμούς” της γλώσσας. Συνείδηση: στις πράξεις μας μετριόμασταν με τις “κανονισμούς” της γλώσσας: “εγώ και η γλώσσα”. Εποχές της πειθαρχίας, τη γλώσσα την ρυθμίζουν οι επίτροποι της, με στόχο να διακυβερνούν τις ψυχές. Ενσαρκώναμε τις γλωσσικές μορφές που πρότεινε η “κεντρική κυβέρνηση της ψυχής”.
Σήμερα, αντίθετα, φαίνεται οτι η επιδιωκόμενη επιτυχία των σχέσεων, κρίνει τη γλώσσα, αντί να υπακούει τη γλώσσα. Αντι να εκφράζουμε με συνείδηση τις εντολές της γλώσσας, όπως αυτές “ακούγονται” ασυνείδητα μέσα μας, προσπαθούμε απο κοινού να την ξαναπλαθουμε. Η γλώσσα αρχίζει σήμερα, να παύει να είναι ο ριζωμένος άκαμπτος κανόνας μέσα μας. Δεν πολυακούμε τη γλώσσα μας, σημαίνει: δεν ακούμε τι φωνές που ακούγονται απο μέσα μας, αλλά προσπαθούμε να είμαστε ανοιχτοί στον απρόσκλητο φίλο:). Καταστρέφουμε τις αρνήσεις μέσα μας, για να συζήσουμε με τις προκλήσεις γύρω. Η κοινή γλώσσα δεν δίνεται απο τους ομόγλωσσους εαυτούς, αλλά την επαναδιαπραγματευόμαστε για να επιτύχουμε το άνοιγμα των σχέσεων.

Αυτό το άνοιγμα στις σχέσεις παριστάνεται σαν τρόμος από τους επιτρόπους της γλώσσας. Αυτό που ήταν τρόμος μπρός στους ξένους, αυτό το άνοιγμα, τώρα είναι ο οδηγός για την ανακατασκευή μιάς ιστορικής γλώσσας που μιλάει μέσα μας, με την ίδια οργάνωση εδώ και 3 - 4 αιώνες. Προσπαθούμε να μην ακούμε μέσα μας τους φόβους και τις αρνήσεις. Προσπαθούμε “απο κοινού” να ζούμε ανοιχτά τις απροσδόκητες προκλήσεις, αυτές τις προκλήσεις που η γλώσσα εξ ορισμού της, αρνείται. Δεν ακούμε μέσα μας, ακούμε έξω μας, τις “επόμενες” ροές των σχέσεων μας. Η γλώσσα αλλάζει απο και για τις απροσδιόριστες σχέσεις.

.

.

Με τις παληές αναπαράστασεις, οι ανεξέλεγκτες και απροσδόκητες παρουσίες που προ-καλούν για κάποια σχέση, μας φαίνονται σαν νάναι κάτι θολό: μια ακαθόριστη αναπαράσταση. Οι απροσκλητες σχέσεις προκαλούν αμηχανία. Τι κάνουμε τώρα? δεν έχουμε μια σαφή προσδιορισμένη εικόνα. Τι σόϊ άνθρωποι είναι ετούτοι εδώ μπροστά μου? Μιλάνε την ίδια γλώσσα?
λακούβες απο ρόδες
Μα, είναι γνωστό, πως όποιος μπροστά σε μια πρόκληση αντί να πέσει μέσα της να κολυμπήσει, ψάχνει πρώτα να ξεκαθαρίσει το “λόγο” της πρόκλησης, κατ’ ουσία αυτό που κάνει είναι οτι αρνείται να τη ζήσει. Δεν λέω φοβάται να τη ζήσει, λέω πως αρνείται. Η “γλώσσα” λειτουργεί ως άρνηση μπρος σε απροσδόκητες στιγμές. Οι απρόσκλητες σχέσεις είναι προ-βαφτισμένες απ το λόγο ως μία “θολή” εικόνα. Προσδεδεμένοι στην άρνηση, χάνεται και 1. η πρόκληση και 2. το νέο νόημα που παράγεται απ την ζωντανή συν-διαλλαγή, αλλά και 3. χάνεται και η προκλητική ανακατασκευή του γραμμένου παρελθόντος, οπως αυτό θα προβάλεται στο προκλητικό παρόν. Εγκλωβισμός με ένα δύσκαμπτο παρελθόν. Αντίθετα, η ανοιχτή διόδος για επικοινωνία, αρνείται τις αρνήσεις της γλώσσας.

Η ξύλινη γλώσσα των τοτέμ, ακριβώς, είναι εκείνη η ανθρώπινη τεχνολογία με την οποία: μια προκαθορισμένη και ελεγχόμενη κοινότητα αναπαράγει τη συγκράτηση στις νεκρές της ρίζες, με στόχο την “άρνηση” μπρος σε άγνωστους ορίζοντες. Η προσκόληση στις νεκρές ρίζες παράγει τυφλή άρνηση μπρός στα απροσδόκητα που θα φέρει μια νέα απροσδιόριστη συνάντηση.

Η ξύλινη γλώσσα των “νεκρών”, των αλλοτριωμένων και των φυλακισμένων, δεν είναι αυτή που μιλιέται από τίς απροσδιόριστες διανθρώπινες δράσεις στα δίκτυα. Η απροσδιοριστία της επόμενης κίνησης είναι που μας συνδέει προκλητικά στη χαρά της ζωής. Οι απροσδόκητες στιγμές μας αποδίδουν ζωτικά νοήματα, μόνον όταν δεν οχυρωνόμαστε σε σενάρια κάποιας αναπαράστασης. Η ανεξέλεγκτη πρόκληση είναι αυτή που τρέφει τις διανθρώπινες σχέσεις, την αλληλεξάρτηση, και όχι η άκαμπτη εμμονή στη προγραμμένη γλώσσα. Η γνώση σαν νέα γλώσσα με νέα νοήματα ζωής, έρχεται κατόπιν εορτής. Η γλαύκα της Αθηνάς αρχίζει το πέταγμά της με το σούρουπο.

Οποιοι [μ.μ.ε. κ.λ.π.] ψάχνουν για αναπαραστατικούς προσδιορισμούς στις οριζόντιες διανθρώπινες σχέσεις, δείχνουν πως επιμένουν να παίζουν ακόμη τον γνωστό ρόλο των διαμορφωτών, των επιτρόπων και των επιμελητών των αναπαράστασεων του παρόντος.
Δηλαδή να ενσαρκώνουν το ρόλο όπως περιγράφεται στους ορισμούς της “γλώσσας του επιμελητή”.
Τα νοήματα αναπροσδιορίζονται μέσα και μόνον μέσα στις ανεξέλεγκτες, απροσδιόριστες και απροσδόκητες σχέσεις. Αυτές τις σχέσεις με τις οποίες ο “επιμελητής” εξ ορισμού αρνείται να συζήσει. Εξ αιτίας του προσδιορισμένου ρόλου που επιθυμεί να ενσαρκώνει.
Για να πετυχαίνουν τη λειτουργία τους οι απροσδόκητες αλληλεξαρτήσεις βάζουν τη “γλώσσα”, με την οποία εκφράζονται, κάτω απο συνεχή αναδιαμόρφωση. Άλλο τόσο και η γλώσσα του επιμελητή, δεν μπορεί παρά να μπεί σε κριτική από τίς σχέσεις που παίρνει μέρος και ο ίδιος.

-

-

-

[το παραπάνω, τόστειλα αρχικά στις 4/6/2007, σαν σχόλιο στο:
http://simeio-vrasmou.blogspot.com/2007/05/blog-post_31.html
Εδώ, σέ σχέση με το αρχικό σχόλιο, έχω κάνει μερικές προσθήκες και αλλαγές]